Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου: Απ'τα ψηλά στα χαμηλά

Updated: May 14

«Είμαστε αλάνια, διαλεχτά παιδιά μέσα στην πιάτσα»


Η ταινία Ευτυχία αφηγείται την πολυτάραχη ζωή της πρώτης Ελληνίδας στιχουργού, Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου και είναι βασισμένη στο βιβλίο που έγραψε η εγγονή της Ρέα με τίτλο «Η γιαγιά μου η Ευτυχία». Την σκηνοθεσία της ταινίας αναλαμβάνει ο Άγγελος Φραντζής και το σενάριο υπγράφει η Κατερίνα Μπέη.



Τον ρόλο της Ευτυχίας ενσαρκώνουν οι Κάτια Γκουλιώνη και Καρυοφιλλιά Καραμπέτη, οι οποίες υποδύονται τη στιχουργό σε δύο διαφορετικές ηλικίες. Η μετάβαση μεταξύ των δύο γίνεται ομαλά αφού οι πρωταγωνίστριες συντονίζονται άψογα ερμηνευτικά, έχοντας μια κοινή γλώσσα έκφρασης, κίνησης αλλά και τρέλας.


Η Ευτυχία λοιπόν, είναι μια γυναίκα πολύ μπροστά για την εποχή της, μια γυναίκα που περπάτησε την ζωή της όπως την ήθελε και δεν φοβήθηκε ποτέ να εκφραστεί ελεύθερα. Παίρνει μια λέξη, μια στιγμή, και την κάνει τραγούδι, αυτό είναι η Ευτυχία (Α. Καλδάρας). Η ιστορία γύρω από το όνομα της δίνεται μέσα από συνεχόμενα flash backs κατά την διάρκεια της βραδιάς που στήθηκε προς τιμήν της, όπου μεγάλοι συνθέτες όπως ο Καλδάρας, ο Τσιτσάνης, ο Χιώτης και ο Χατζηδάκης δοξάζουν την γυναίκα που τους χάρισε μερικά από τα αριστουργήματα τους.


Η ταινία ξεκινάει με τον ξεριζωμό χιλιάδων Ελλήνων κατά την Μικρασιάτικη καταστροφή το 1922, όταν η Ευτυχία εγκαταλείπει το Αϊδίνι (Νότια της Σμύρνης) σε ηλικία 29 χρονών, μαζί με την μάνα και τις δύο κόρες της και επιστρέφει στην Ελλάδα, συγκεκριμένα στην Αθήνα.

«Πετραδάκι, πετραδάκι για το σένα το ‘κτισα»


Σημαντικό ρόλο στην ζωή της είχε και ο πολύ καλός της (ομοφυλόφιλος) φίλος Λουκάς, τον οποίο ενσαρκώνει με τεράστια επιτυχία ο Θάνος Τοκάκης, γεγονός που αποδεικνύει το πόσο ανοιχτόμυαλη και μπροστά ήταν για την δεκαετία εκείνη.


Η επιθυμία της να δουλέψει σαν ηθοποιός, την οδηγεί στην απόφαση να διαλύσει τον γάμο της, με τον πρώτο της σύζυγο και πατέρα τον παιδιών της, Κώστα Νικολαΐδη, τον οποίο παντρεύτηκε με προξενιό. Πως θα μπορούσε άλλωστε μια έντονη προσωπικότητα, όπως η Ευτυχία, να πνίξει τα θέλω και τις ανάγκες της μέσα σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία, και πόσο μάλλον σε ένα τέτοιο γάμο.


«Περασμένες μου αγάπες, όνειρα που σβήσατε»


Μέντορας και σύντροφος της στην υποκριτική, ήταν ο Νικός Αλεξίου με τον οποίο χωρίζει μετά από ένα καυγά που είχαν, όταν την τσάκωσε να ξοδεύει τον μισθό της τζογάροντας. Εγκαταλείπει σχετικά νωρίς την υποκριτική, και το ταλέντο της ως στιχουργός ξεδιπλώνεται έχοντας σαν δάσκαλο της τον Βασίλη Τσιτσάνη.


«Στου γιαλού τα βοτσαλάκια, κάθονται δυο καβουράκια»


Εν τω μεταξύ, γνωρίζει τον ένα και μοναδικό άνδρα που κλέβει την καρδιά της, τον Γιώργο Παπαγιαννόπουλο, έναν αστυνόμο με λογοτεχνικά ενδιαφέροντα, οποίος κρατά τις ισορροπίες στην ζωή της (όσο γίνεται). Το Γιώργο Γιαννόπουλο ενσαρκώνει ο γοητευτικός Πυγμαλίων Δαδακαρίδης, ο οποίος στέκεται βράχος δίπλα της, και στην πρώτη απώλεια που βιώνει όταν χάνει την μητέρα της Μαριόγκα, την οποία υποδύεται η Ντίνα Μιχαηλίδου.


«Μ' 'ενα όνειρο τρελό, όνειρο απατηλό, ξεκινήσαμε κι οι δυο μας»


Η μεγάλη της κόρη Μαίρη, παντρεύεται τον ηθοποιό Φραγκίσκο Μανέλλη, με τον οποίο αποκτά την Ρέα (συγγραφέας του βιβλίου Η γιαγιά μου η Ευτυχία). Η κόρη της Μαίρη φεύγει για περιοδεία στο εξωτερικό μαζί με τον σύζυγο της και η Ρέα μεγαλώνει με τους παππούδες της. Η μικρή κόρη της Ευτυχίας Καίτη (ή αλλιώς «ο εισαγγελέας» όπως την αποκαλούσε η μητέρα της), είναι μια γυναίκα μορφωμένη, διαφορετική από την μάνα και την αδερφή της. Προσπαθεί πάντα να επιφέρει την τάξη και να κρατήσει την οικογένεια ενωμένη. Τις κόρες της Ευτυχίας υποδύονται οι Ευαγγελία Συριοπούλου και Λίλα Μπακλέση αντίστοιχα.


Η χαρισματική Ευτυχία, πάντα με ένα τσιγαρό στα χείλη και ενα μολύβι στο χέρι, γράφει στίχους σε πακέτα τσιγάρων, χαρτοπετσέτες, τραπεζομάντηλα, όπου την έβρισκε η έμπνευση, η διάθεση και η στιγμή.

Εγώ γράφω τραγούδια και τα πουλώ. Από εκεί και πέρα δεν ανακατεύομαι αν θα πιάσουν ή όχι, αν θα βγουν ή αν δε θα βγουν σε δίσκους. Μόλις τα παραδώσω, υπογράφω και μια δήλωση παραιτήσεως από διάφορα δικαιώματα ας πούμε, απαρνούμαι τα πνευματικά μου τέκνα.

Ε. Παπαγιαννοπούλου


«Μα κανένας δε μου φταίει για το χάλι μου, σπάσιμο θέλει το κεφάλι μου»


Το πάθος της για τον τζόγο, την αναγκάζει να ξεπουλήσει τα στιχάκια της για πενταροδεκάρες, χάνοντας τα πνευματικά δικαιώματα πολλών λαϊκών τραγουδιών, γεγονός που αποδεικνύει ότι έχει γράψει πολλά παραπάνω, από όσα γνωρίζουμε. Επισημαίνεται ότι ο Απόστολος Καλδάρας ήταν από τους λίγους που αντιμετώπισαν την Ευτυχία με καθαρότητα και την παρότρυνε να διεκδικήσει τα δικαιώματα των στίχων της.


«Να σου δώσω μια να σπάσεις, αχ βρε κόσμε γυάλινε»


Το 1956 πεθαίνει ο σύζυγος της Γιώργος, και 4 χρόνια αργότερα χάνει την κόρης της Μαίρη, γεγονός που την φέρνει ακόμη πιο κοντά στα πάθη της.


«Είμαι αετός χωρίς φτερά, χωρίς αγάπη και χαρά »

Η Ευτυχία, κεραυνοβολημένη από το θάνατο της κόρης της, έβαλε το μαύρο φουστάνι και το μαύρο μαντίλι στο κεφάλι της – που δεν τα έβγαλε ποτέ ως το θάνατο της – κι αφοσιώθηκε στην ανατροφή της μικρής Ρέας

Α. Σακελλάριος


Η Ευτυχία αφήνει την τελευταία της πνοή στις 7 Ιανουαρίου του 1972 σε ηλικία 79 ετών, αφήνοντας το ανεξίτηλο στίγμα της στο λαϊκό τραγούδι μέχρι και σήμερα. Αν μη τι άλλο, έζησε μια ζωή, όπως την ήθελε...


«Δυο πόρτες έχει η ζωή, άνοιξα μια και μπήκα»



Γράφει η Δήμητρα Ορθοδόξου