Τα δίδυμα χωριά-φάντασμα

Μικρές Αποδράσεις, Ταξίδια, Κοντινοί προορισμοί, Φύση, Περιβάλλον, Κύπρος, Επαρχία Λάρνακας, Ερείπια, Εγκαταλελειμμένα χωριό


Τον Γενάρη, επισκέφτηκα δύο εγκαταλειμμένα χωριά της επαρχίας Λάρνακας, την Δράπια και την Παρσάτα. Γιατί δίδυμα; Επειδή και τα δύο ήταν χωριά μεταλλωρύχων που εργάζονταν στην Καλαβασό και δεν είχαν αυτόνομες διοικητικές δομές και τελικά έμειναν ακατοίκητα. Για να τα επισκεφτείτε μπορείτε να πάτε μέσω Λάγειας ή μέσω Καλαβασού. Ο πρώτος δρόμος οδηγεί πρώτα στην Παρσάτα και ο δεύτερος πρώτα στην Δράπια. Η διαδρομή είναι κάπως απότομη σε μερικά σημεία, καθώς ένα μέρος δεν είναι ασφαλτοστρωμένο αλλά αξίζει τον κόπο να το επισκεφτείτε.


Η Δράπια φαίνεται να εγκαταλείφτηκε στις αρχές του 20ου αιώνα, ενώ η Παρσάτα γύρω στο 1960. Έχουν και τα δύο την χάρη τους, αλλά η Παρσάτα με γοήτευσε περισσότερο. Τα σπίτια στέκουν καλύτερα από αυτά της Δράπιας και είναι πιο ορεινή η τοποθεσία της. Η αρχιτεκτονική των δυο χωριών μαζί, αν και της Παρσάτας τα κτίσματα είναι περισσότερο πετρόκτιστα, ενώ της Δράπιας περισσότερο πλιθαρένα. Η θέα από την Παρσάτα είναι μαγευτική, καθώς δεσπόζει πάνω από το φράγμα της Καλαβασού και περιτριγυρίζεται από ολοπράσινους λόφους γεμάτους ελιές και τερατσιές. Τα μόνα κτίρια που απέμειναν ανέπαφα είναι εκκλησιά του Αγίου Γεωργίου στην Δράπια και η Παναγία η Οδηγήτρια στην Παρσάτα.


Με μάγεψε μια πεισματάρικη, περήφανη πιθανόν αιωνόβια ελιά που βλάστησε πάνω στην πέτρα και μου θύμισε τους στίχους του Κώστα Μόντη: “Χρόνια σκλαβκιές ατέλειωτες. Τον πάτσον τζιαι τον κλώτσον τους. Εμείς τζιαμαί, ελιές τζιαι τερατσιές πάνω στον ρότσον τους”.


Περιπλανώμενος ανάμεσα στα ερείπια, αναρωτιόμουν πως ζούσαν οι κατοίκοι της. Παρόλο που ήταν χωριό μεταλλωρύχων, στο μυαλό μου άρχισα να φαντάζομαι έναν βοσκό, τον τελευταίο κάτοικο όπως τον έπλασε η φαντασία μου. Την μέρα περιπλανιόταν ανάμεσα στες τερατσιές (χαρουπιές) και καθόταν πάνω στις πέτρες να ξαποστάσει και να φάει ψωμί με προζύμι, ελιές και κρομμύδι. Ήταν βρακάς (όλοι οι χαρακτήρες που πλάθω φορούν βράκα ή σαγιά) καθόταν μπροστά από την τσιμινιά (τζάκι/εστία) για να ζεσταθεί πίνοντας κουμανταρία και ψήνοντας κάστανα ενώ έξω έβρεχε και φυσούσε. Πενθούσε την μακαρίτισσα την γυναίκα του και θρηνούσε με νεκαλητά (αναφιλητά) το χωριό του που θα πέθαινε μαζί του. Πεθυμούσε τα παιδιά του που είχαν ξενιτευτεί (μόλις μερικά χιλιόμετρα μακριά στην Ορά και την Καλαβασό). Έξω άστραφτε και επουμπούριζε (μπουμπούνιζε). Ο γέρος αναρρίγησε.


Αναρρίγησα και εγώ όταν είδα πώς κόντευε να τελειώσει η ώρα του δεύτερου μου μηνύματος και σκέφτηκα πως δεν μπορούσα να ρισκάρω να πληρώσω 300 ευρώ πρόστιμο. Έτσι απότομα και άδοξα εγκατέλειψα την μισο-αρχινημένη ιστορία που έπλασα και εγκατέλειψα τον παππούλη που φαντάστηκα και ξεκίνησα να οδηγώ. Κάθε χιλιόμετρο με έφερνε πιο κοντά στην πραγματικότητα, στον κορονοϊό, στα κέρφιου και στις πολυκατοικίες.


Δεκάδες χωριά στην Κύπρο είναι σήμερα εγκαταλελειμμένα. Μερικά εγκαταλείφθηκαν με την βία από τους κατοίκους τους λόγω της εισβολής, άλλα λόγω γήρανσης του πληθυσμού. Έχετε ξαναεπισκεφτεί κάποιο εγκαταλελειμμένο χωριό; Αν ναι γράψετε μου το στα σχόλια και θα προσπαθήσω να το επισκεφτώ φέτος και να του αφιερώσω ένα άρθρο.


Δράπια



Παρσάτα



Υ. Γ. Πολλά μου άρθρα θα περιέχουν κυπριακές λέξεις, τις οποίες όμως θα εξηγώ σε παρενθέσεις ή σε υποσημειώσεις για όσους αναγνώστες μας δεν ξέρουν Κυπριακά. Επίσης δεν ακολουθώ πιστά την Κοινή Νεοελληνική αλλά τα γραφόμενα μου θα περιέχουν κάποιους τύπους που συνηθίζονται στην Κύπρο π.χ. στες αντί στις και κατοίκοι αντί κάτοικοι. Είναι συνειδητή επιλογή.




877 views0 comments